Γερμανικά » Σλοβενικά

arm <ärmer, am ärmsten> [arm] ΕΠΊΘ

Arm <-(e)s, -e> ΟΥΣ m

2. Arm TECH:

Arm

3. Arm ZOOL (Fangarm):

Arm
lovka f

4. Arm (eines Flusses):

Arm
rokav m

5. Arm (Ärmel):

Arm
rokav m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文