Γερμανικά » Σλοβενικά

Blüte1 <-n> [ˈblyːtə] ΟΥΣ f

1. Blüte BOT:

cvet m

2. Blüte ugs (Banknote):

Blüte2 ΟΥΣ f ohne pl

2. Blüte (Wohlstand):

3. Blüte (Höhepunkt):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文