Γερμανικά » Πορτογαλικά

Wagen <-s, -> [ˈva:gən] ΟΥΣ m

1. Wagen (Auto):

carro m

3. Wagen (Einkaufswagen, Kinderwagen):

4. Wagen ASTR:

Ü-Wagen <-s, -> ΟΥΣ m

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文