Γερμανικά » Πορτογαλικά

schreiten <schreitet, schritt, geschritten> [ˈʃraɪtən] ΡΉΜΑ intr +sein geh

schritt [ʃrɪt]

schritt imp von schreiten:

Βλέπε και: schreiten

schreiten <schreitet, schritt, geschritten> [ˈʃraɪtən] ΡΉΜΑ intr +sein geh

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文