Γερμανικά » Πολωνικά

1. haben (besitzen, verfügen):

wir haben’s ja! a. hum fam

2. haben (vorhanden sein):

4. haben (erhalten, bekommen):

7. haben (empfinden):

11. haben (mit Präposition):

jdn vor sich dat haben, der ... fig

12. haben (mit es):

2. haben (wieder in Ordnung sein):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文