Γερμανικά » Πολωνικά

bö̱s [bøːs] ΕΠΊΘ ΕΠΊΡ

bös → böse -

I . bö̱se [ˈbøːzə] ΕΠΊΘ

3. böse pej fam (unartig):

ty nicponiu! hum fam

7. böse fam (entzündet):

Bö̱se <‑n, kein Pl. > [ˈbøːzə] ΟΥΣ m

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文