Γερμανικά » Πολωνικά

Μεταφράσεις για „ausspielen“ στο λεξικό Γερμανικά » Πολωνικά (Μετάβαση προς Πολωνικά » Γερμανικά)

I . a̱u̱s|spielen ΡΉΜΑ trans

2. ausspielen SPORT:

3. ausspielen (manipulativ einsetzen):

II . a̱u̱s|spielen ΡΉΜΑ intr (das Spiel eröffnen)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文