Γερμανικά » Πολωνικά

Μεταφράσεις για „Vorzüge“ στο λεξικό Γερμανικά » Πολωνικά (Μετάβαση προς Πολωνικά » Γερμανικά)

Vo̱rzug2 <‑[e]s, Vorzüge> ΟΥΣ m

1. Vorzug (Vorrecht):

2. Vorzug (Vorteil):

etw hat den Vorzug, [dass] ...

3. Vorzug (gute Eigenschaft):

zaleta f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文