Γερμανικά » Πολωνικά

Verhạlten <‑s, kein Pl. > [fɛɐ̯​ˈhaltən] ΟΥΣ nt

2. Verhalten CHEM fig (einer Base):

I . verhạlten1 ΕΠΊΘ

1. verhalten (vorsichtig, defensiv):

3. verhalten (sehr leise):

II . verhạlten1 ΕΠΊΡ

2. verhalten (unterdrückt):

I . verhạlten*2 ΡΉΜΑ trans irr geh (unterdrücken)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文