Γερμανικά » Πολωνικά

I . se̱i̱n <bin, bist, ist, sind, seid, war, gewesen> [zaɪn] ΡΉΜΑ intr +sein

2. sein (alt sein):

5. sein (empfunden werden):

6. sein (hergestellt sein):

7. sein (ergeben):

2 und 2 ist 4
2 plus 2 jest 4

11. sein mit zu und substantiviertem Verb:

Se̱i̱n <‑s, kein Pl. > [zaɪn] ΟΥΣ nt

Βλέπε και: er

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文