Γερμανικά » Ιταλικά

Reiche <ein -r, -n, -n> ΟΥΣ mf

ricco(-a) m (f)

I . reichen [ˈraɪçən] ΡΉΜΑ trans (hinhalten, geben)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文