Γερμανικά » Ιταλικά

Μεταφράσεις για „bestätigen“ στο λεξικό Γερμανικά » Ιταλικά (Μετάβαση προς Ιταλικά » Γερμανικά)

I . bestätigen <ohne ge-> [bəˈʃtɛ:tɪgən] ΡΉΜΑ trans

1. bestätigen (Worte, Verdacht, Urteil):

2. bestätigen (bescheinigen):

3. bestätigen (anerkennen):

II . bestätigen <ohne ge-> [bəˈʃtɛ:tɪgən] ΡΉΜΑ αυτο

bestätigen sich bestätigen:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文