Μεταφράσεις για „machen“ στο λεξικό Γερμανικά » Ισπανικά (Μετάβαση προς Ισπανικά » Γερμανικά)

1. machen:

2. machen:

3. machen:

4. machen (in einen Zustand versetzen):

8. machen fam:

was [o. wie viel] macht das?

1. machen (bewirken):

1. machen (sich in einen Zustand versetzen):

2. machen fam (gedeihen):

5. machen (sich bereiten):

6. machen fam (gelegen sein):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文