Γερμανικά » Ισπανικά

III . in [ɪn] ΕΠΊΘ fam

In

In CHEM συντομογραφία: Indium

In
In

Βλέπε και: Indium

Indium <-s, ohne pl > [ˈɪndiʊm] ΟΥΣ nt CHEM

Indium <-s, ohne pl > [ˈɪndiʊm] ΟΥΣ nt CHEM

in toto ΕΠΊΡ geh (vollständig)

in petto [ɪn ˈpɛto] ΕΠΊΡ fam

in puncto [ɪn ˈpʊŋkto] ΠΡΌΘ +nom/gen

in flagranti [ɪn flaˈgranti] ΕΠΊΡ

in vitro ΕΠΊΡ MED

instand, in Stand [ɪnˈʃtant] ΕΠΊΡ

Plug-in <-s, -s> [plag-ˈin] ΟΥΣ nt INFOR

in natura [ɪn naˈtu:ra]

2. in natura fam (in Naturalien):

en especie(s)

in vivo [ɪn ˈvi:vo] ΕΠΊΘ MED

Rooming-in <-(s), -s> [ˈru:mɪŋˈɪn, ˈrʊmɪŋˈɪn] ΟΥΣ nt

Check-in <-s, -s> ΟΥΣ m o nt AERO

Drop-in <-(s), -s> [drɔpˈʔɪn] ΟΥΣ m INFOR

in spe [ɪn ˈspe:] ΕΠΊΘ

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文