Γερμανικά » Ισπανικά

Μεταφράσεις για „gutes“ στο λεξικό Γερμανικά » Ισπανικά (Μετάβαση προς Ισπανικά » Γερμανικά)

I . gut gehen, gut|gehen irr ΡΉΜΑ απρόσωπ +sein

1. gut gehen (sich in einer guten Verfassung befinden):

II . gut gehen, gut|gehen irr ΡΉΜΑ intr (sich gut verkaufen)

gut bezahlt, gutbezahlt ΕΠΊΘ

gut sitzend, gutsitzend ΕΠΊΘ

gut sitzend Kleidungsstück:

sentador Arg, Chil

gut gehend, gutgehend ΕΠΊΘ (florierend)

gut gemeint, gutgemeint [ˈgu:tgəmaɪnt] ΕΠΊΘ

gut situiert, gutsituiert [ˈgu:tzituˈi:ɐt] ΕΠΊΘ

gut gelaunt, gutgelaunt ΕΠΊΘ

gut unterrichtet, gutunterrichtet ΕΠΊΘ (gut informiert)

gut verdienend, gutverdienend ΕΠΊΘ

gut dotiert, gutdotiert ΕΠΊΘ

gut dotiert Stellung:

gut aussehend, gutaussehend ΕΠΊΘ

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文