Γερμανικά » Ισπανικά

I . gestrichen [gəˈʃtrɪçən] ΡΉΜΑ

gestrichen pp von streichen

Βλέπε και: streichen

II . streichen <streicht, strich, gestrichen> [ˈʃtraɪçən] ΡΉΜΑ intr

1. streichen +sein (umherstreifen):

II . streichen <streicht, strich, gestrichen> [ˈʃtraɪçən] ΡΉΜΑ intr

1. streichen +sein (umherstreifen):

glatt|streichen, glatt streichen ΡΉΜΑ trans

glattstreichen irr Stoff, Haare:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文