Γερμανικά » Ισπανικά

ein|holen ΡΉΜΑ trans

1. einholen (erreichen):

2. einholen (wettmachen):

4. einholen (Auskunft, Rat):

5. einholen fam (einkaufen):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文