Γερμανικά » Ισπανικά

I . an|gehen irr ΡΉΜΑ intr +sein

1. angehen fam (beginnen):

2. angehen fam (Licht):

3. angehen fam (Pflanze):

4. angehen (bekämpfen):

5. angehen (vertretbar sein):

no puede ser que... +subj

II . an|gehen irr ΡΉΜΑ trans

1. angehen (angreifen):

2. angehen (in Angriff nehmen):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文