Γερμανικά » Ελληνικά

II . wollen1 <will, wollte, gewollt> [ˈvɔlən] VERB modal

wollen2 [ˈvɔlən] ΕΠΊΘ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文