Γερμανικά » Ελληνικά

II . heißen <heißt, hieß, geheißen> [ˈhaɪsən] VERB trans

III . heißen <heißt, hieß, geheißen> [ˈhaɪsən] VERB απρόσωπ (müssen)

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文