Μεταφράσεις για „genommen“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

1. nehmen (ergreifen, einnehmen):

etw akk zu sich dat nehmen
ein Bad nehmen geh

1. nehmen (ergreifen, einnehmen):

etw akk zu sich dat nehmen
ein Bad nehmen geh

Λείπει κάποιο λήμμα, έκφραση ή μετάφραση;

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文