Γερμανικά » Ελληνικά

de facto [deː ˈfakto] ΕΠΊΡ

de jure [deː ˈjuːrə] ΕΠΊΡ JUR

De-facto-Abwertung <-, -en> [deˈfakto-] SUBST f ÖKON

De-facto-Anerkennung <-, -en> SUBST f JUR

De-jure-Anerkennung <-, -en> SUBST f JUR

de lege ferenda [deː ˈleːgə feˈrɛnda] ΕΠΊΡ JUR

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文