Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „bons“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Bon <-s, -s> [bɔŋ, bɔ͂ː] SUBST m

1. Bon (Gutschein):

Bon

2. Bon (Kassenbon):

Bon

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文