Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „besichtigen“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

besichtigen [bəˈzɪçtɪgən]

1. besichtigen (von Sehenswürdigkeiten):

2. besichtigen (begutachten):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文