Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „Mutter“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Mutter1 <-, Mütter> [ˈmʊtɐ, pl: ˈmʏtɐ] SUBST f (Frau)

Mutter2 <-, -n> SUBST f TECH

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文