Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „Jahre“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Jahr <-(e)s, -e> [jaːɐ] SUBST nt

2. Jahr (Schuljahr, Studienjahr, amtlich):

Jahr ÖKON, FIN

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文