Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „Franzose“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Franzose (Französin) <-n, -n> [franˈtsoːzə] SUBST m (f)

2. Franzose TECH (Schraubenschlüssel):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文