Γερμανικά » Ελληνικά

Μεταφράσεις για „Besatzung“ στο λεξικό Γερμανικά » Ελληνικά (Μετάβαση προς Ελληνικά » Γερμανικά)

Besatzung <-, -en> SUBST f

1. Besatzung:

Besatzung NAUT, AER

2. Besatzung nur sg (Okkupation):

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文