Ελληνικά » Γερμανικά

Μεταφράσεις για „βασανιστής“ στο λεξικό Ελληνικά » Γερμανικά (Μετάβαση προς Γερμανικά » Ελληνικά)

βασανιστής (βασανίστρια) [vasanisˈtis, vasaˈnistria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)

βασανιστής (βασανίστρια)
Folterer αρσ (Folterin) θηλ

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский