Γερμανικά » Γαλλικά

Μεταφράσεις για „wich“ στο λεξικό Γερμανικά » Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά » Γερμανικά)

weichen <wich, gewichen> [ˈvaɪçən] ΡΉΜΑ intr +sein

1. weichen (schwinden) Spannung, Unruhe, Angst:

2. weichen (nachgeben):

einer S. Dat weichen
céder à qc

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文