Γερμανικά » Γαλλικά

wahren [ˈvaːrən] ΡΉΜΑ trans

1. wahren (wahrnehmen):

2. wahren (aufrechterhalten):

währen [ˈvɛːrən] ΡΉΜΑ intr

Ιδιώματα:

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文