Γερμανικά » Γαλλικά

I . rühren ΡΉΜΑ trans

2. rühren (unterrühren):

3. rühren (erweichen):

4. rühren (bewegen):

II . rühren ΡΉΜΑ intr

1. rühren (umrühren):

2. rühren (ansprechen, erwähnen):

an etw Akk rühren

3. rühren geh (herrühren):

cela [pro]vient du fait que +indic

III . rühren ΡΉΜΑ αυτο sich rühren

1. rühren (sich bewegen):

rührt euch! MILIT
repos !

2. rühren fam (sich melden):

Rühren <-s; kein Pl.> ΟΥΣ nt

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文