Γερμανικά » Γαλλικά

Μεταφράσεις για „leichte“ στο λεξικό Γερμανικά » Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά » Γερμανικά)

I . leicht [laɪçt] ΕΠΊΘ

3. leicht (nicht riskant):

petit(e)

4. leicht (nicht belastend):

léger(-ère)

5. leicht (einfach verständlich):

léger(-ère)

7. leicht (unbeschwert):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文