Γερμανικά » Γαλλικά

Kleine(r) ΟΥΣ f(m) dekl wie Adj

1. Kleine(r) (Kind):

Kleine(r)
petit(e) m (f)

Kleine(s) ΟΥΣ nt dekl wie Adj

1. Kleine(s) (Kind):

Kleine(s)
petit(e) m (f)

2. Kleine(s) (Jungtier):

Kleine(s)
jeune mf

I . klein [klaɪn] ΕΠΊΘ

2. klein (kleinwüchsig):

petit(e) antéposé
se faire tout(e) petit(e)

5. klein (räumlich und zeitlich kurz):

petit(e) antéposé
restez groupé(e)s !

6. klein (gering):

petit(e) antéposé

8. klein pej (unbedeutend):

petit(e) antéposé

II . klein [klaɪn] ΕΠΊΡ

1. klein (wenig Platz beanspruchend):

2. klein (weniger warm):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文