Γερμανικά » Γαλλικά

I . vor|fahren unreg ΡΉΜΑ intr +sein

2. vorfahren (weiterfahren):

3. vorfahren fam (früher fahren):

II . vor|fahren unreg ΡΉΜΑ trans +haben

Vorfahr(in) <-en, -en> [ˈfoːɐfaːɐ], Vorfahre (-fahrin) <-en, -en> [ˈfoːɐfaːrə] ΟΥΣ m(f)

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文