Γερμανικά » Γαλλικά

Ruck <-[e]s, -e> ΟΥΣ m

1. Ruck (Stoß, Bewegung):

2. Ruck POL:

Ιδιώματα:

sich Dat einen Ruck geben fam
se secouer fam

hau ruck [haʊˈrʊk] ΕΠΙΦΏΝ

Rück-Taste ΟΥΣ f

ruck, zuck ΕΠΊΡ fam

I . rücken ΡΉΜΑ intr +sein

1. rücken (wegrücken):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文