Γερμανικά » Γαλλικά

Mädchen <-s, -> [ˈmɛːtçən] ΟΥΣ nt

1. Mädchen:

fille f

2. Mädchen (jugendliche Frau):

[jeune] fille f

Ιδιώματα:

leichtes Mädchen veraltet
femme f de petite vertu vieilli
spätes Mädchen veraltet
bonne f à tout faire fam

Au-pair-MädchenRR [oˈpɛːr-] ΟΥΣ nt

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文