Γερμανικά » Γαλλικά

Höhe <-, -n> [ˈhøːə] ΟΥΣ f

4. Höhe (Anhöhe):

6. Höhe meist Pl (Tonhöhe):

aigu m

Hochrippe f, Hohe Rippe f

Hochrippe → T-Bone-Steak

côte f à l’os

hohe(r, s)

hohe(r, s) → hoch

Βλέπε και: hoch

II . hoch <attr hohe(r, s), höher, höchste höher, am höchsten> [hoːx] ΕΠΊΡ

3. hoch (in hoher Tonlage):

4. hoch (sehr):

5. hoch (in anspruchsvoller, ehrgeiziger Weise):

8. hoch fam (nach Norden):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文