Γερμανικά » Γαλλικά

Blick <-[e]s, -e> [blɪk] ΟΥΣ m

3. Blick kein Pl. (Augenausdruck):

regard m

6. Blick (Hinblick, Hinsicht):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文