Γερμανικά » Αραβικά

einnehmen ΡΉΜΑ

1. einnehmen:

2. einnehmen:

3. einnehmen POL:

4. einnehmen:

5. einnehmen:

6. einnehmen:

eine dominierende Stellung einnehmen

Medikamente regelmäßig einnehmen MED

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Στείλτε τη μας. Σας ευχαριστούμε για τη συμβολή σας!

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文