Γερμανικά » Αγγλικά

I . durch [dʊrç] ΠΡΌΘ +akk

II . durch [dʊrç] ΕΠΊΡ

2. durch fam (vorbei):

gone Brit
it's already past [or Brit a. gone] 12 [o'clock]

9. durch fam (außer Gefahr):

11. durch fam (durchgescheuert):

durch Gold gedeckt phrase FINMKT

Ειδικό λεξιλόγιο

durch Wertpapiere unterlegtes Geldgeschäft phrase FINMKT

Ειδικό λεξιλόγιο

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文