Γερμανικά » Αγγλικά

I . neu [nɔy] ΕΠΊΘ

Βλέπε και: Tag , Tag

Tag1 <-[e]s, -e> [ta:k, pl ta:gə] ΟΥΣ m

1. Tag (Abschnitt von 24 Stunden):

Tag
day
alle Tage fam
a day off
to feel ... today

7. Tag BERGB:

Neu-De·lhi <-s> [nɔyˈde:li] ΟΥΣ nt

neu begründen ΡΉΜΑ trans MKTG

Ειδικό λεξιλόγιο

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文