Γαλλικά » Γερμανικά

social [sɔsjal] ΟΥΣ m

1. social (questions sociales):

Soziale(s) nt

2. social (politique):

siège [sjɛʒ] ΟΥΣ m

2. siège (partie rembourrée d'un siège):

raison [ʀɛzɔ͂] ΟΥΣ f

2. raison (argument):

4. raison (facultés intellectuelles):

5. raison MATH:

capital <-aux> [kapital, o] ΟΥΣ m

3. capital (possédants):

Kapital nt

médico-social(e) <médico-sociaux> [medicosɔsjal, o] ΕΠΊΘ

I . social-démocrate (sociale-démocrate) <sociaux-démocrates> [sɔsjaldemɔkʀat, sɔsjo-] ΕΠΊΘ

II . social-démocrate (sociale-démocrate) <sociaux-démocrates> [sɔsjaldemɔkʀat, sɔsjo-] ΟΥΣ m, f

social-démocratie <social-démocraties> [sɔsjaldemɔkʀasi] ΟΥΣ f

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文