Γαλλικά » Γερμανικά

II . savoir [savwaʀ] ΡΉΜΑ intr

III . savoir [savwaʀ] ΡΉΜΑ αυτο

1. savoir:

2. savoir (avoir conscience):

savoir-faire [savwaʀfɛʀ] ΟΥΣ m inv

savoir-vivre [savwaʀvivʀ] ΟΥΣ m inv

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文