Γαλλικά » Γερμανικά

I . ennuyer [ɑ͂nɥije] ΡΉΜΑ trans

1. ennuyer (lasser):

2. ennuyer (être peu attrayant):

4. ennuyer (irriter):

II . ennuyer [ɑ͂nɥije] ΡΉΜΑ αυτο

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文