Γαλλικά » Γερμανικά

I . roulant(e) [ʀulɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

2. roulant CHEMDFER:

II . roulant(e) [ʀulɑ͂, ɑ͂t] ΟΥΣ mpl CHEMDFER

III . rouler [ʀule] ΡΉΜΑ αυτο

1. rouler (se vautrer):

4. rouler (pouvoir être enroulé):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文