Γαλλικά » Γερμανικά

revient

revient → prix

Βλέπε και: prix

prix <pl prix> [pʀi] ΟΥΣ m

1. prix a. ECON:

Preis m
prix F.O.B
Fob-Preis Fachspr.
à prix d'or
zu Niedrig-/Schleuderpreisen fam

II . prix [pʀi]

prix à la production AGR
Lokopreis m Fachspr.

revenir [ʀ(ə)vəniʀ, ʀəvniʀ] ΡΉΜΑ intr +être

6. revenir (se présenter à nouveau à l'esprit):

revenir à qn

7. revenir (parvenir à la connaissance de):

15. revenir fam (plaire):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文