Γαλλικά » Γερμανικά

prochaine [pʀɔʃɛn] ΟΥΣ f

2. prochaine fam (fois):

à la prochaine !
à la prochaine !
bis dann! fam

3. prochaine (personne suivante):

4. prochaine (bus, train, bateau):

prochain [pʀɔʃɛ͂] ΟΥΣ m

1. prochain (être humain):

Nächste(r) m

2. prochain (personne suivante):

prochain(e) [pʀɔʃɛ͂, ɛn] ΕΠΊΘ

2. prochain postposé (proche):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文