Γαλλικά » Γερμανικά

participer [paʀtisipe] ΡΉΜΑ intr

1. participer (prendre part à):

2. participer (collaborer à):

3. participer (payer, encaisser une part de):

4. participer (partager):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文