Γαλλικά » Γερμανικά

mets <pl mets> [mɛ] ΟΥΣ m

I . mettre [mɛtʀ] ΡΉΜΑ trans

3. mettre (poser debout, verticalement):

7. mettre (coucher):

29. mettre (faire):

II . mettre [mɛtʀ] ΡΉΜΑ αυτο

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文